Άγγελος Χαραλάμπους:Τατιάνα Μιλλιέξ, Ο κυρ Μιχάλης Κάσιαλος

Μια μεγάλη ορθογραφία ένα πολύ ωραίο κείμενο.Αφού βρείτε τα λάθη να διαβάσετε το κείμενο, είναι πάρα πολύ ωραίο.

Στο παρακάτω κείμενο υπάρχουν σε κάποιες λέξεις ορθογραφικά λάθη.Αφού βρείτε κάποια ανορθόγραφη λέξη, κάντε κλικ πάνω της.Αν βρείτε το λάθος, θα σας εμφανίσει τη σωστή γραφή της λέξης και επίσης θα γράφει πόσα λάθη πρέπει να βρείτε ακόμη.

Ο κυρ Μιχάλης από πολύ μικρό παιδί, καθώς ζούσε ανάμεσα στα – η Κύπρος είναι σπαρμένη από , νομίσματα και αγάλματα πολλών – προσπαθούσε με τα παιδικά του χεράκια να φτιάξει και κείνος τέτοια «αρχαία», γιατί φανταζόταν πως ήτανε πολύ εύκολο, αφού τόσα και τόσα φτιάχναν οι πρόγονοί του. Όμως αυτό δε βάσταξε . Οι γονείς του ήτανε χωρικοί από το χωριό Άσσια, είχανε μόνο ένα μικρό χωραφάκι και παιδιά. Μόλις λοιπόν ο Μιχάλης τέλειωσε το δημοτικό, τον βάλανε κάλφα σ’ έναν τσαγκάρη και μόλις σχόλαγε από κει πήγαινε να ταΐσει τα ζωντανά, να μαζέψει τα για το φούρνο, χίλιες δυο δουλειές του χωριού.

Όμως, έστω και τις Κυριακές, έπιανε κι έφτιαχνε αγαλματάκια και λυχνάρια. Ό,τι έβρισκε το σκάλιζε για να το κάνει σαν τα παλιά νομίσματα που είχε βρει το χωράφι.

Πέρασαν πολλά πολλά χρόνια, το αγοράκι , παντρεύτηκε, έκανε και κείνος δικά του παιδιά, πάντα στη δουλειά, μα πάντα και με τον καημό να φτιάξει κάτι δικό του με πηλό και με χρώματα.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, παντρεύτηκαν τα παιδιά του και του κάναν , άρχισε κι ο ίδιος να ’χει περισσότερο καιρό. Όμως, όταν άρχισε το 1955 ο αγώνας των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων, που είχαν αγοράσει το νησί τους από τους Τούρκους , ο κυρ Μιχάλης θέλησε να βοηθήσει κι αυτός στον αγώνα. Ήτανε όμως κιόλας γέρος, πάνω από 65 χρονών.

Είπε λοιπόν: Εγώ θα ζωγραφίσω τους αγωνιστές. Ζωγράφισε λοιπόν τους σαν τον Αιζευκόν, τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και όταν όλοι θαυμάσανε αυτή τη , παράτησε πια όλη την άλλη δουλειά κι άρχισε να ζωγραφίζει από το πρωί ίσαμε το .

Ήτανε πια 70 χρονών. Φόραγε πάντα τις βράκες και το καλπάκι του, την κάτασπρη πουκαμίσα, την κυρα-Ρήνη, την αγαπημένη γυναίκα του, αν της άρεσε κάθε ζωγραφιά που , και σαν εκείνη του ’λεγε «ναι, είναι σπουδαία», αυτός σαν να του ’λεγε μπράβο ο κόσμος ολόκληρος και στη δουλειά. Και μια που η Κύπρος του είχε πια λευτερωθεί κι είχε ζωγραφίσει όλους τους ήρωές της, βάλθηκε να ζωγραφίσει όλες τις ομορφιές του τόπου του, ήθη και , ό,τι μπορούσε να εξαφανίσει ο σύγχρονος πολιτισμός.

Τώρα πια μπροστά στο φτωχικό του σπίτι μια ταμπέλα έγραφε: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΣΙΑΛΟΣ, λαϊκός ζωγράφος, και μπαινοβγαίναν οι άνθρωποι από το πρωί ίσαμε το βράδυ να θαυμάσουν και ν’ αγοράσουν τα έργα του.

Ο Κάσιαλος που γίνηκε ζωγράφος στα εβδομήντα του χρόνια, στα οχτώ του ήταν διάσημος πια και καθώς αγαπούσε με πάθος το χωριό του, αποφάσισε να χτίσει μόνος του μια και να τη ζωγραφίσει ολόκληρη μοναχός του.

Κι αυτό το μεγάλο του όνειρο το έκανε . Το 1973 ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος εγκαινίασε την εκκλησία του κυρ Μιχάλη κι οι καμπάνες διαλαλούσαν χαρούμενες το μεγάλο γεγονός.

Όμως το θαυμαστό παραμύθι του μεγάλου Κύπριου λαϊκού ζωγράφου δεν τέλειωσε όμορφα, όπως τα παραμύθια. Τον Αύγουστο του 1974 οι Τούρκοι μπήκανε στην Κύπρο, μπήκανε στην Άσσια, κι όπως πάντα στον πόλεμο, που τίποτα δε σέβεται, ούτε τέχνη, ούτε γεράματα, ούτε ανθρώπινες ζωές, και σκότωσαν αθώους. Ανάμεσά τους ήταν κι ο γερο-Κάσιαλος, αυτός που τόσο την ελευθερία της Κύπρου και τις ομορφιές της. Όμως, αν εκείνος πέθανε, μένουν αθάνατες οι εικόνες του, σαν και κείνα τα αρχαία που ’βλεπε του μικρός και που μιλούν ακόμα για κείνους που ζήσανε πέντε χρόνια πριν από εμάς.